κοντινός

(προωθήθηκε από κοντινό)
Μεταφράσεις

κοντινός

(kondi'nos) αρσενικό

κοντινή

(kondi'ni) θηλυκό

κοντινό

adjacent, nearby, close, close by, nearقَرِيب, قَرِيبٌblízký, poblížnær, tæt, tæt pånahecercano, por aquí cercaläheinen, lähellä oleva, lähi-proche, tout prèsblizak, blizuvicino, vicino aすぐ近くの, 近い가까운, 인접한dichtbiji nærheten, nærbliski, niedaleko, zamkniętybem junto, perto, próximoближний, близкийi närheten, näraใกล้, อยู่ใกล้yakıngần在...近旁, 近的, 靠进的, 附近наблизо附近 (kondi'no) ουδέτερο
επίθετο
1. γειτονικός η πιο κοντινή πόλη
2. στενός κοντινός φίλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close