κοπάζω

Μεταφράσεις

κοπάζω

abate (ko'pazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
καταλαγιάζω Ο αέρας κοπάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close