κοπέλα

Μεταφράσεις

κοπέλα

فَتَاةٌdívkatøsMädchengirl, lassmuchacha, niñatyttöjeune filledjevojkaragazza少女아가씨meisjejentedziewczynamoça, rapariga, meninaдевушкаflickaเด็กผู้หญิงgenç kızthiếu nữ少女, 女孩女孩Момиче (ko'pela)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κορίτσι, νέα γυναίκα Έγινες κοπέλα!
2. φιλενάδα Βγήκε με την κοπέλα του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close