κορδόνι

Μεταφράσεις

κορδόνι

shoelace, cordón, cord, lacelacetsznurowadło, sznurówkaرَبَاطُ الـحِذَاء, رِبَاطُ الـحِذَاءtkanička, tkanička do botsnørebånd, snørrebåndSchnürsenkelcordón, cordón del zapatokengännauha, nauhavezice, vezice za cipelelacci, laccio da scarpaひも, 靴ひも구두끈, 레이스schoenveter, veterlisse, skolisseatacador, cadarço, cordãoшнурокskosnöre, snörenเชือกผูกรองเท้า, เชือกรองเท้าayakkabı bağı, bağcıkdây buộc, dây buộc giày鞋带 (kor'ðoni)
ουσιαστικό ουδέτερο
λεπτό σκοινί ή δέρμα τα κορδόνια των παπουτσιών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close