κορμός

Μεταφράσεις

κορμός

trunk, torso, body, tree trunktroncstam, boomstamجِذْعkmenkuffertBaumstammtroncopuunrunkodeblotronco나무 줄기(tre)stammepieńtroncoстволkoffertลำต้นağaç gövdesithân cây树干 (kor'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. το μέρος του δέντρου ανάμεσα στις ρίζες και τα κλαδιά κορμός δέντρου
2. μεταφορικά το μέρος του σώματος μεταξύ της λεκάνης και του λαιμού έχω μυώδη κορμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close