κοροϊδεύω

Μεταφράσεις

κοροϊδεύω

fool, make fun of, mockse moquer, tromperيُضَلِّلُnapálitnarretäuschenengañarhuijatazavaratiingannareだます속이다voor de gek houdenlurewygłupić sięenganarдурачитьluraหลอกkandırmakđánh lừa愚弄 (koroi'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πειράζω κπ κοροϊδεύω κπ
2. ξεγελάω Με κορόιδεψε με ψεύτικες υποσχέσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close