κορυφώνω

Μεταφράσεις

κορυφώνω

peak (kori'fono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αυξάνω κτ σε μεγάλο βαθμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close