κορόνα

Μεταφράσεις

κορόνα

crownKorunacoroacouronneKronecoronakrooncorona (ko'rona)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το στέμμα του βασιλιά φοράει κορόνα
2. ιατρική θήκη για δόντι κορόνα δοντιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close