κοσμικός

Μεταφράσεις

κοσμικός

(kozmi'kos) αρσενικό

κοσμική

(kozmi'ci) θηλυκό

κοσμικό

cosmiqueprofanolay, mundane, secular, temporal (kozmi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την κοινωνική ζωή κάνω κοσμική ζωή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close