κουβαλάω

Μεταφράσεις

κουβαλάω

(kuva'lao)

κουβαλώ

(kuva'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεταφέρω, κρατάω Koυβάλησα όλα τα βιβλία μόνη μου.
2. μεταφορικά παίρνω κπ μαζί μου Πού με κουβαλάς με τέτοιο καιρό;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close