κουκουλώνω

Μεταφράσεις

κουκουλώνω

muffle (kuku'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σκεπάζω, τυλίγω κουκουλώνω το κεφάλι μου
2. μεταφορικά κρύβω μια αλήθεια κουκουλώνω μια υπόθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close