κουμάντο

Μεταφράσεις

κουμάντο

(ku'mando)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
εγώ αποφασίζω Ποιος κάνει κουμάντο εδώ μέσα;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close