κουμαντάρω

Μεταφράσεις

κουμαντάρω

(kuma'ndaro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) οικείο
1. διαχειρίζομαι Κουμαντάρει και την οικογένεια και τη δουλειά της.
2. χειρίζομαι, κατευθύνω Τους κουμαντάρει όλους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close