κουμπώνομαι

Μεταφράσεις

κουμπώνομαι

(ku'mbonome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. κλείνω τα κουμπιά του ρούχου που φοράω Κουμπώσου, κάνει κρύο!
2. μεταφορικά μαζεύομαι, φυλάγομαι Μόλις με είδε, κουμπώθηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close