κουνάω

Μεταφράσεις

κουνάω

(ku'nao)

κουνώ

(ku'no)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μετατοπίζω κουνάω το πόδι μου
2. κινώ ρυθμικά κουνάω το μωρό

κουνάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κινούμαι προς διάφορες κατευθύνσεις Το πλοίο κουνάει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close