κουράζομαι

Μεταφράσεις

κουράζομαι

tireустать (ku'razome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αισθάνομαι κούραση Κουράστηκα στη δουλειά.
2. βαριέμαι, αγανακτώ Κουράστηκα να περιμένω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close