κουράζω

Μεταφράσεις

κουράζω

tire (ku'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να αισθανθεί κούραση Με κουράζει το διάβασμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close