κουρέλι

Μεταφράσεις

κουρέλι

haillon, guenilleLappen, Fetzenrag, tatterخَرْقَةhadrkludtraporiepukrpastraccioぼろきれ헝겊 조각vodfilleszmatatrapoковерtrasaผ้าขี้ริ้วçaputgiẻ rách抹布 (ku'reli)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. παλιωμένο κομμάτι ύφασμα Φοράει κουρέλια.
2. είμαι εξασθενημένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close