κουρασμένος

(προωθήθηκε από κουρασμένη)
Μεταφράσεις

κουρασμένος

(kura'zmenos)

κουρασμένη

(kura'zmeni) θηλυκό

κουρασμένο

müdetired, wearyväsinudlas, fatiguéstancomoe, vermoeidمُتْعَبunavenýtrætcansadoväsynytumoran疲れた피곤한trøttzmęczonycansadoусталыйtröttเหน็ดเหนื่อยyorgunmệt累了的עייףУморен (kura'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κουραστεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close