κουρδίζω

Μεταφράσεις

κουρδίζω

wind, tune, woundيَهْويzadýchat setabe pusten/slå pusten udwindendejar sin aire, dejar sin respiraciónsaada hengästymääncouper le soufflezadihatiavvolgere巻く감다buiten adem zijnviklenawinąćenrolar, ficar sem arзаводитьvridaซึ่งหายใจหอบesmeklàm cho khó thở (kur'ðizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω να λειτουργήσει μηχανισμός με κλειδί κουρδίζω το ξυπνητήρι
2. ρυθμίζω μουσικό όργανο κουρδίζω το πιάνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close