κουρεύω

Μεταφράσεις

κουρεύω

shear, cut, fleece, mow, clip, crop, trimcouper, faucher, tondre (ku'revo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κόβω τα μαλλιά κάποιου Με κούρεψε πολύ.
2. κόβω το μαλλί ζώου ή το γρασίδι κουρεύω πρόβατο κουρεύω το γκαζόν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close