κουρνιάζω

Μεταφράσεις

κουρνιάζω

roost (kour'ɲazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χώνομαι, μαζεύομαι κουρνιάζω στην αγκαλιά κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close