κουφός

(προωθήθηκε από κουφό)
Μεταφράσεις

κουφός

(ku'fos) αρσενικό

κουφή

(ku'fi) θηλυκό

κουφό

deafsourdsordoأَصَمّhluchýdøvtaubkuurogluhsordo耳の聞こえない귀가 들리지 않는doofdøvgłuchysurdoглухойdövหูหนวกsağırđiếc耳聋的глух (ku'fo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν ακούει καλά ή καθόλου Σου μιλάω, κουφός είσαι;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close