κοφτερός

(προωθήθηκε από κοφτερό)
Μεταφράσεις

κοφτερός

(kofte'ros) αρσενικό

κοφτερή

(kofte'ri) θηλυκό

κοφτερό

sharp, sharpishaiguisé, tranchant, affûté, intenseحادّ, واخِزostrý, prudkýskarpscharfafilado, intensoteräväoštarlancinante, tagliente激しい, 鋭い날카로운scherpkraftig, skarpostryafiado, agudoострый, резкийstark, vassแหลมคม, ฉับพลันkeskinrõ rệt, sắc尖锐的, 锋利的 (kofte'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που κόβει πολύ κοφτερό μαχαίρι
2. μεταφορικά έξυπνος κοφτερό μυαλό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close