κοφτός

(προωθήθηκε από κοφτό)
Μεταφράσεις

κοφτός

(ko'ftos)

κοφτή

(ko'fti) θηλυκό

κοφτό

curt, abruptbrusque, cassant, précis (ko'fto) ουδέτερο
επίθετο
γεμάτος ως το χείλος δοχείου ένα κοφτό κουτάλι αλεύρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close