κρίνω

Μεταφράσεις

κρίνω

judge, critique, deemjuger, arbitrerيَقْضِيposouditdømmebeurteilenjuzgar, jueztuomitasuditigiudicare審査する판정하다beoordelendømmeosądzićjulgar, juizсудитьbedömaตัดสินyargılamakphán xét判断, 法官法官השופטсъдия ('krino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αξιολογώ κρίνω τη συμπεριφορά κάποιου
2. νομίζω, θεωρώ Δεν το κρίνω απαραίτητο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close