κρίση

Μεταφράσεις

κρίση

judgment, judgement, slump, crisisjugement, criseأَزْمَةkrizekriseKrisecrisiskriisikrizacrisi重大局面위기crisiskrisekryzyscriseкризисkrisช่วงวิกฤตkrizcuộc khủng hoảng危机 ('krisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ικανότητα ανάλυσης και σύνθεσης έχω (καλή) κρίση
2. αξιολόγηση, κριτική βγάζω κρίση
3. δύσκολη στιγμή οικονομική κρίση περνάμε κρίση
4. ιατρική παθολογική έξαρση κρίση επιληψίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close