κρίσιμος

(προωθήθηκε από κρίσιμο)
Μεταφράσεις

κρίσιμος

('krisimos)

κρίσιμη

('krisimi) θηλυκό

κρίσιμο

critical, crucialcritique, crucialاِنْتِقادِيّkritickýkritiskkritischcrítico, críticakriittinenkritičancritico重大な중대한kritiekkritiskkrytycznycríticoкритическийkritiskเกี่ยวกับการวิจารณ์kritikthen chốt危急的, 关键關鍵קריטי ('krisimo) ουδέτερο
επίθετο
καθοριστικός, πολύ σημαντικός Η κατάσταση είναι κρίσιμη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close