κρατικός

(προωθήθηκε από κρατικό)
Μεταφράσεις

κρατικός

(krati'kos) αρσενικό

κρατική

(krati'ci) θηλυκό

κρατικό

étatiqueгосударственныйState状态Statstan상태狀態estadoestadoStat状態stato (krati'ko) ουδέτερο
επίθετο
δημόσιος κρατική υπηρεσία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close