κρεμάω

Μεταφράσεις

κρεμάω

(kre'mao)

κρεμώ

sag (kre'mo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στερεώνω ψηλά κρεμάω το παλτό μου κρεμάω έναν πίνακα στον τοίχο
2. εκτελώ με κρεμάλα Τον κρέμασαν στον πόλεμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close