κρεμαστός

Μεταφράσεις

κρεμαστός

(krema'stos) αρσενικό

κρεμαστή

(krema'sti) θηλυκό

κρεμαστό

(krema'sto) ουδέτερο
επίθετο
που κρέμεται από κάπου κρεμαστά σκουλαρίκια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close