κρεμιέμαι

Μεταφράσεις

κρεμιέμαι

(kre'mɲeme)

κρέμομαι

dangle, hangيَتَعَلَّقُvisethængehängenestar colgadoroikkuapendrevisjetipendere掛かる걸려 있다hangenhengewisiećestar pendurado, penduradoвисетьhängaฆ่าด้วยการแขวนคอasılmaktreo悬挂 ('kremome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αιωρούμαι πιασμένος από κάπου Τα ρούχα κρέμονται στη ντουλάπα.
2. μεταφορικά εξαρτώμαι Κρέμεται από τον άντρα της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close