κρεμώ

Μεταφράσεις

κρεμώ

accrocher, suspendre

κρεμώ

hang, suspend

κρεμώ

pověsit

κρεμώ

hænge

κρεμώ

hängen

κρεμώ

colgar

κρεμώ

ripustaa

κρεμώ

objesiti

κρεμώ

appendere

κρεμώ

掛ける

κρεμώ

...을 (...에) 걸다

κρεμώ

ophangen

κρεμώ

henge

κρεμώ

powiesić

κρεμώ

pendurar

κρεμώ

вешать

κρεμώ

hänga

κρεμώ

แขวน

κρεμώ

asmak

κρεμώ

treo

κρεμώ

悬挂
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close