κρεοπώλης

Μεταφράσεις

κρεοπώλης

(kreo'polis) αρσενικό

κρεοπώλισσα

butcher (kreo'polisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που πουλάει κρέας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close