κριτικός

(προωθήθηκε από κριτικό)
Μεταφράσεις

κριτικός

(kriti'kos) αρσενικό

κριτική

(kriti'ci) θηλυκό

κριτικό

(kriti'co) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την τάση να κρίνει κριτική στάση κριτικό άρθρο

κριτικός

critic, criticalkritikantocritiqueنَاقِدkritikkritikerKritikercríticokriitikkokritičarcritico批評家비평가criticusanmelderkrytykcríticoкритикkritikerนักวิจารณ์eleştirmennhà phê bình批评家, 评论家מבקרкритик評論家
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που σχολιάζει επαγγελματικά καλλιτεχνικά έργα Είναι κριτικός ταινιών.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close