κρύβω

Μεταφράσεις

κρύβω

hide, put away, secrete, conceal, obscurecacher, dissimuler, retenirيُخْفِيschovat, skrývatskjuleverbergen, versteckenesconder, ocultarpeitellä, piilottaasakritinascondere・・・を隠す, 隠す(...을) 숨기다verbergengjemme, skjuleukryć, ukrywaćesconderпрятать, скрыватьdölja, gömmaซ่อน, ซ่อน ซุกซ่อนgizlemek, saklamakche giấu, giấu, 隐藏 ('krivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω κτ ή κπ σε μέρος που δε φαίνεται κρύβω λεφτά κρύβω έναν κατάσκοπο
2. εμποδίζω κπ να δει κτ κρύβω τη θέα σε κπ
3. δε μιλάω για κτ Κάτι μου κρύβεις.
4. συγκρατώ, καλύπτω κρύβω τη χαρά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close