κτήμα

Μεταφράσεις

κτήμα

property, estateعِزْبَةstatekejendomLandsitzestado, fincakartanopropriétéimanjeproprietà地所부동산landgoedeiendomposiadłośćestado, propriedadeпоместьеgodsทรัพย์สินที่ดินmalikanebất động sản庄园 ('ktima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. χωράφι Γύρω από το σπίτι έχει κτήματα.
2. ιδιοκτησία κτήμα εκατό εκταρίων
το κατέχω πολύ καλά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close