χτίζω

(προωθήθηκε από κτίζω)
Μεταφράσεις

χτίζω

('xtizo)

κτίζω

construire, bâtirbuild, constructيَبْنيpostavitbyggebauenconstruirrakentaagraditicostruire建てる...을 짓다bouwenbyggezbudowaćconstruirстроитьbyggaสร้างinşa etmekxây dựng建造לבנות ('ktizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φτιάχνω οικοδομή χτίζω ένα σπίτι
2. μεταφορικά δημιουργώ χτίζω την καριέρα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close