κτητικός

(προωθήθηκε από κτητική)
Μεταφράσεις

κτητικός

(ktiti'kos) αρσενικό

κτητική

(ktiti'ci) θηλυκό

κτητικό

possessive, acquisitivepossessif (ktiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που θέλει να του ανήκουν όλα κτητικές τάσεις
2. γραμματική χαρακτηρισμός που δηλώνει κτήση κτητική αντωνυμία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close