κυκλοφοριακός

(προωθήθηκε από κυκλοφοριακό)
Μεταφράσεις

κυκλοφοριακός

(cikloforia'kos) αρσενικό

κυκλοφοριακή

(cikloforia'ci) θηλυκό

κυκλοφοριακό

circulatorycirculatoire (cikloforia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την κυκλοφορία των οχημάτων κυκλοφοριακό πρόβλημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close