κυλάω

Μεταφράσεις

κυλάω

(ci'lao)

κυλώ

(ci'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κατρακυλάω Κυλούν πέτρες από το λόφο.
2. ρέω Νερά κυλάνε στο δρόμο.
3. μεταφορικά περνάω Η ώρα κύλησε ευχάριστα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close