κυνήγι

Μεταφράσεις

κυνήγι

hunting, hunt, chasechasse, poursuiteصَيْدٌ, مُطَارَدَةhonička, lovjagtJagdcacería, persecución, cazametsästys, takaa-ajolov, potjeracaccia, inseguimento狩り, 追跡사냥, 추적achtervolging, jachtjaktpolowaniecaça, perseguiçãoохота, преследованиеjaktการไล่ตาม, การล่าสัตว์av, takipsự đi săn, sự theo đuổi打猎, 追赶, 狩猎צידлов狩獵 (ci'niʝi)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να κυνηγάει κν ζώα πάω για κυνήγι
2. κυνηγητό ανθρώπου παίρνω κπ στο κυνήγι
3. η αναζήτηση το κυνήγι του θησαυρού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close