κυνηγάω

Μεταφράσεις

κυνηγάω

(cini'ɣao)

κυνηγώ

(cini'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πάω για κυνήγι κυνηγάω ελάφια
2. τρέχω πίσω από κπ για να τον πιάσω Τον κυνήγησε, αλλά τον έχασε.
3. μεταφορικά ακολουθώ Η ατυχία τον κυνηγάει.
4. διώχνω, απομακρύνω κυνηγάω τον εχθρό
5. μεταφορικά επιδιώκω κυνηγάω το χρήμα
6. μεταφορικά πιέζω κπ να κάνει κτ Τον κυνηγάω για να φάει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close