κυρίαρχος

(προωθήθηκε από κυρίαρχο)
Μεταφράσεις

κυρίαρχος

(ci'riarxos) αρσενικό

κυρίαρχη

(ci'riarçi) θηλυκό

κυρίαρχο

ruling, sovereign (ci'riarxo) ουδέτερο
επίθετο
1. που εξουσιάζει κυρίαρχος λαός
2. κυριότερος κυρίαρχο θέμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close