κυριακάτικος

Μεταφράσεις

κυριακάτικος

(cirja'katikos)

κυριακάτικη

(cirja'katici)

κυριακάτικο

(cirja'katiko) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται την Κυριακή κυριακάτικη βόλτα
ντύνομαι επίσημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close