κυριεύω

Μεταφράσεις

κυριεύω

овладеть, завладеть (ciri'evo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κατακτώ κυριεύω μια χώρα
2. με πιάνει, με εξουσιάζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close