κυριολεκτικός

Μεταφράσεις

κυριολεκτικός

(ciriolekti'kos) αρσενικό

κυριολεκτική

(ciriolekti'ci) θηλυκό

κυριολεκτικό

literalletterlijke文字リテラルlittéralliteralliteralletterale文字리터럴 (ciriolekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι μεταφορική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close