κυριολεκτώ

Μεταφράσεις

κυριολεκτώ

(ciriole'kto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
εννοώ ακριβώς αυτό που λέω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close