κυρτός

(προωθήθηκε από κυρτή)
Μεταφράσεις

κυρτός

(cir'tos) αρσενικό

κυρτή

(cir'ti) θηλυκό

κυρτό

convex, bent (cir'to) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει καμπύλη προς τα εμπρός κυρτή πλάτημύτη κυρτός φακός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close