κωλικός

Μεταφράσεις

κωλικός

colic (koli'kos)
ουσιαστικό αρσενικό
ξαφνικός πόνος στην κοιλιά ή το στομάχι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close